Οι εχθροί της Ανοιχτής Κοινωνίας

ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΧΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Δεν υπάρχει πια σήμερα αμφιβολία για το γεγονός ότι η Ελλάδα εντάσσεται στο Δυτικό πολιτικό και πολιτιστικό μοντέλο. Αυτό δεν σημαίνει ότι λειτουργεί  πλήρως ως ανοιχτή κοινωνία. Ούτε φαίνεται να εμφορείται από τις αρχές της τελευταίας η πολιτική και η πνευματική μας ηγεσία.

 Δύο σχετικά πρόσφατα γεγονότα είναι ενδεικτικά αυτής της στάσης. Το ένα είναι η στάση που τήρησε ο πολιτικός κόσμος και οι διανοούμενοι στη χώρα μας έναντι του περίφημου «αντικομμουνιστικού μνημονίου».  Το άλλο γεγονός ήταν η σιωπή για τις πρωτοφανείς αντιδράσεις των απανταχού μουσουλμάνων στη δημοσίευση σκίτσων που σατιρίζουν  τον Προφήτη Μωάμεθ και τα έθιμα των πιστών του. Μέσα στους λίγους που σχολίασαν τα δύο αυτά γεγονότα υπερασπιζόμενοι τις αρχές της ανοιχτής κοινωνίας ήταν οι Σταύρος  Τσακυράκης, Γιάννης, Πρετεντέρης, Ριχάρδος Σωμερίτης, Στάθης Καλύβας και Τάκης Θεοδωρόπουλος.

Ας αρχίσουμε από την υπόθεση των σκίτσων. Κανείς δεν θα αμφισβητήσει ότι τα σκίτσα ήταν υβριστικά για την πίστη εκατομμυρίων ανθρώπων. Αλλά, η ελευθεροτυπία και γενικότερα η ελευθερία της έκφρασης είναι καταστατικές αρχές κάθε γνήσιας δημοκρατίας. Οι δυτικές κοινωνίες μας είναι «πολυπολιτισμικές», είναι όμως πριν απ’ όλα εγγυήτριες ατομικών ελευθεριών: έτσι μπορεί να είναι βιώσιμη η συστέγαση διαφορετικών μεταξύ τους πολιτικών ιδεολογιών και πολιτιστικών παραδόσεων. Δεν μπορεί, επομένως, το Ισλάμ – ή οποιοδήποτε άλλο δόγμα – να είναι ανεκτό στο όνομα της πολιτιστικής πολυμέρειας, αλλά να είναι συγχρόνως ανεκτή η μη ανεκτικότητά του για ορισμένες καταστατικές αρχές της δημοκρατίας. Αυτό θα σήμαινε ότι αναγνωρίζεται σε μια κοινότητα προνομιακά η δυνατότητα να λειτουργεί ως κράτος εν κράτει, μέσα σε μια δημοκρατία.

Ασφαλώς πρέπει να λεχθεί ότι η γελοιογραφία με τον Μωάμεθ είναι διπλά υβριστική για τους μουσουλμάνους. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι απεικονίζει προσβλητικά τον Προφήτη. Είναι μιας επίδειξη τόλμης εκ του ασφαλούς, «τζάμπα μαγκιάς». Η οργή των μουσουλμάνων είναι, υπό αυτήν την έποψη, απόλυτα δικαιολογημένη. Δεν δικαιολογείται, όμως, ο άγριος αντισημιτισμός που βρήκε πάλι την ευκαιρία να εκδηλωθεί και η επίθεση κατά της δημοκρατίας.

Αλλά και εδώ πρέπει να προσέξουμε. Οι εχθροί της ανοιχτής κοινωνίας, δηλαδή, της ανεκτικότητας, των αρχών της δημοκρατίας, του πολιτισμού της νεωτερικότητας και ελεύθερης συζήτησης και εξέτασης των πάντων, δεν είναι οι ίδιοι οι ταραχοποιοί. Αυτοί γνωρίζουν απλώς αυτά που τους έχουν μάθει. Κατά τα άλλα είναι όπως όλοι οι άνθρωποι: γυρεύουν μια θέση στον ήλιο και συγχρόνως αναγνώριση της αξιοπρέπειας τους την οποία αντιλαμβάνονται με απόλυτα θρησκευτικούς όρους. Δεν εχθρεύονται την ανοιχτή κοινωνία ως τέτοια. Εχθροί της είναι οι μορφωμένοι ισλαμιστές, συχνά σε πανεπιστήμια της Ευρώπης ή της Αμερικής. Αυτοί -όπως και οι οπαδοί κάθε ολοκληρωτισμού – απεχθάνονται τον πλουραλισμό, το καθεστώς ελευθερίας, το δυναμισμό και τον φαινομενικά χαοτικό χαρακτήρα των Δυτικών κοινωνιών.

Αυτό μας φέρνει στο άλλο πρόσφατο γεγονός που έδωσε την ευκαιρία προβολής – αν όχι δικαίωσης – στους εχθρούς της ανοιχτής κοινωνίας στη χώρα μας ειδικά και έχει να κάνει με το «αντικομμουνιστικό μνημόνιο». Περί τίνος πρόκειται; Ο επίσημος τίτλος του κειμένου είναι :«Ανάγκη για τη διεθνή καταδίκη των εγκλημάτων των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων» και το υπέβαλε η Επιτροπή Πολιτικών Υποθέσεων στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η Συνέλευση ενέκρινε το κείμενο αυτό, στις 25 Ιανουαρίου 2006 με 99 ψήφους υπέρ, 42 κατά και 12 αποχές. Από τις 42 αρνητικές ψήφους, η μεγάλη πλειονότητα ήταν ελληνικές και περιλάμβαναν το σύνολο σχεδόν, των Ελλήνων ευρωβουλευτών.

 Αυτό πια κι αν είναι νίκη του ΚΚΕ! Και τι νίκη! Δηλώσεις εναντίον του «επαίσχυντου μνημονίου» έκαναν επώνυμοι διανοούμενοι, πολιτικοί όλων των κομμάτων, πρυτάνεις ΑΕΙ, τραγουδοποιοί, ηθοποιοί και αναρίθμητες ομάδες κοινωνικής δράσης.

Προς τι ο σάλος, όμως; Το «μνημόνιο» ζητεί την καταδίκη των εγκλημάτων του κομμουνισμού, όχι του ίδιου του κομμουνισμού. Ούτε αναφέρεται στα κομμουνιστικά κόμματα εν γένει, αλλά στον ολοκληρωτικό κομμουνισμό. Η διαμαρτυρία κατά του «μνημονίου» έχει ένα από τα δύο νοήματα: ή δεν διαπράχθηκαν εγκλήματα στα κομμουνιστικά καθεστώτα – εκτός από μερικά «λάθη» εδώ κι εκεί, ασήμαντα σε ένα αδυσώπητο πόλεμο, ή αποτελούν απλή εσωτερική υπόθεση των κομμουνιστών (αυτών που απέμειναν) και δεν πέφτει λόγος σε κανέναν να τα κρίνει, δεδομένου ότι αυτοί έκαναν την αυτοκριτική τους. Και τα δύο επιχειρήματα χρησιμοποιήθηκαν στην Ελλάδα. Φυσικά και τα δύο είναι διάτρητα. Τα «λάθη» όταν αποτελούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δεν μπορεί να λογίζονται ούτε «εσωτερική υπόθεση» των ζηλωτών μιας ιδεολογίας, ούτε αναπόφευκτες απώλειες σε εποχή πολέμου – χώρια από το γεγονός ότι τα μαζικότερα διαπράχθηκαν σε εποχή ειρήνης και εδραίωσης του καθεστώτος.

Άλλωστε συζήτηση επί του θέματος δεν θέλουν να διεξαχθεί οι έλληνες κομμουνιστές. Το απέδειξαν, όπως τονίζει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος στο άρθρο του («H αποκαλυπτική γοητεία της ιστορικής πρεσβυωπίας» ΤΑ ΝΕΑ 28-1-06), όταν πριν λίγα χρόνια εμπόδισαν δια της βίας τον ιστορικό Στεφάν Κουρτουά να μιλήσει για το θέμα αυτό στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.  Για αυτό και δεν έχουν ανάγκη ούτε καν να διαβάσουν το κείμενο για το οποίο διαμαρτυρήθηκαν. 

    Ο λόγος είναι απλός. Δεν υπάρχει μόνο πολιτικό, αλλά και πολιτιστικό χάσμα ανάμεσα στους οπαδούς και τους εχθρούς της ανοιχτής κοινωνίας. Ο θεοκρατικός ή ο ιδεολογικός ολοκληρωτισμός που εμπνέει τους τελευταίους, μοιάζει να λέει: «δεν μας ενδιαφέρουν τα επιχειρήματα, εμείς συζητάμε μόνο με τους ομόφρονές μας ή ασκούμε βία και πιέσεις». Λειτουργούν, δηλαδή, μόνο στο εσωτερικό του δικού τους εκκλησιάσματος ή αποσπούν παραχωρήσεις από τους άλλους, με πολιτική πίεση. Διαφέρουν από τους οπαδούς της ανοιχτής κοινωνίας, όχι μόνο όσον αφορά το περιεχόμενο των ιδεών, αλλά και τη θέση που αποδίδουν στις ιδέες. Τα επιχειρήματα παίζουν ρόλο στην ανοιχτή κοινωνία. Παίζουν και τα σύμβολα. Αλλά τα επιχειρήματα, οι αριθμοί, τα γεγονότα, η έγκυρη γνώση, η βάσιμη πληροφορία, η αντικειμενική αλήθεια βαραίνουν περισσότερο από τις παρορμήσεις και οποιαδήποτε αφοσίωση σε σύμβολα και σε δόγματα.

    Η ανοιχτή κοινωνία σημαίνει πλουραλισμό, όχι μόνο πολιτισμών  και θρησκειών, αλλά πολιτικών, ιδεολογικών απόψεων, προτιμήσεων, μορφών έκφρασης, επιπέδων σοβαρότητας. Ανέχεται και το βαθύ και το ρηχό θεωρητικό λόγο, την ανώτερη και την κατώτερη ποιότητα καλλιτεχνικής παραγωγής, την υψηλή όσο και την ευτελή σκέψη. Ο χώρος της είναι η αγορά με την αρχαία και τη νέα σημασία, που φιλοξενεί όλες τις γνώμες, όπου κυκλοφορούν ελεύθερα ιδέες, προϊόντα, άτομα και κουλτούρες. Από την εποχή του Περικλή, η πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία αποτελεί τμήμα της ζωής της ανοιχτής κοινωνίας και συνδέεται με τις ελευθερίες που απολαμβάνουν τα μέλη της και είναι μια συνεχής περιπέτεια της σκέψης χωρίς ένα τελικό θρησκευτικό ή πολιτικό σκοπό. Η εντρύφηση σε πολλούς και διάφορους τρόπους σκέψης, ακόμα και η ενασχόληση με την υπεράσπιση των αξιών άλλων πολιτισμών δεν έχουν  ως αφετηρία μια υποτιθέμενη παντογνωσία, ούτε ως σκοπό την επικράτηση ενός «ορθού» ή «ανώτερου» πολιτιστικού μοντέλου ή τρόπου σκέψης.

     Το αντίθετο ισχύει για τους εχθρούς της ανοιχτής κοινωνίας. Γι αυτούς, ο κόσμος αποτελεί κλειστό σύστημα, η γνώση είναι πεπερασμένη και η Ιστορία έχει ένα τελικό σκοπό. Το μέλλον είναι έγκλειστο σε μια ιστορική ειμαρμένη η οποία αποτελεί «γνωστικό προνόμιο» των πιστών. Και ατενίζουν τον κόσμο υπό το πρίσμα της εξουσίας που ασκούν ή ζητούν να ασκήσουν. Η στάση αυτή ανήκει ανεπίστρεπτα στο παρελθόν, στις ανοιχτές κοινωνίες. Διότι οι άνθρωποι από όλο τον κόσμο («οι λαοί») θέλουν, με τον τρόπο τους ο καθένας, το ίδιο πράγμα: αναγνώριση  αξιοπρέπειας και δυνατότητα ευημερίας υπό συνθήκες ελευθερίας. Γι αυτό και όσοι δεν τα έχουν, ανεξάρτητα από πίστη και ιδεολογία, καταφεύγουν στις ανοιχτές κοινωνίες της Δύσης, «ψηφίζοντας με τα πόδια». Είναι μια έμμεση παραδοχή όχι αναγκαστικά μιας «ανωτερότητας» της τελευταίας, αλλά του ότι δεν διαφέρουν στο βάθος τόσο πολύ μεταξύ τους οι βασικές προτιμήσεις των ανθρώπων. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν αντιλαμβάνονται οι πολιτικοί των Δυτικών χωρών ότι η ίδια η ανοιχτή κοινωνία χρειάζεται και αξίζει την σθεναρή τους υποστήριξη. Αν όχι, τότε οι εχθροί της ανοιχτής κοινωνίας στην Ελλάδα και αλλού,  έχουν καταλάβει κάτι σημαντικό και το αξιοποιούν πολιτικά: ότι οι πολιτικοί τους αντίπαλοι, όσο πολυπληθείς και αν είναι δεν έχουν ραχοκοκαλιά. Γι αυτό και είναι ενδοτικοί μαζί τους. Εκτός κι αν συμβαίνει κάτι άλλο που είναι ότι η πολιτική τους μυωπία τους κάνει να ενδιαφέρονται πολύ για τα «φλέγοντα» ζητήματα που αντιμετωπίζουν από μέρα σε μέρα και να αδιαφορούν για το πριόνισμα του δέντρου στο οποίο κάθονται. Αν συμβαίνει αυτό, μπορούν να λογίζονται οπαδοί της ανοιχτής κοινωνίας; 

Δημήτρης Δημητράκος

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s